Οικονομία και Τοπική Οικονομική ανάπτυξη

Κατά την απογραφή του 2001 σε σύνολο 46.586 κατοίκων του δημοτικού διαμερίσματος Κομοτηνής, ο ενεργός οικονομικά πληθυσμός ανερχόταν σε 18.253 άτομα εκ των οποίων 16.276 βρίσκονταν υπό καθεστώς απασχόλησης, με την ανεργία να βρίσκεται στο 10.83%. Από αυτά, εξαιρουμένων εκείνων που δεν έδωσαν στοιχεία, 1.409 απασχολούνταν στονπρωτογενή τομέα παραγωγής (9,21%), 3.888 στον δευτερογενή (25,41%) και η πλειοψηφία 10.006 στο τριτογενή τομέα (65,39%). Στην ίδια διοικητική διαίρεση οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην απασχόληση ήταν το εμπόριο, οι επισκευές και η μεταποίηση, με τη δημόσια διοίκηση να ακολουθεί κατά συχνότητα. Η έμφαση στην παροχή υπηρεσιών που αποτυπώνεται παραπάνω είναι ασύμβατη με το υφιστάμενο αστικό μέγεθος αλλά μπορεί να αποδοθεί σε δύο κύριες αιτίες. Η πρώτη είναι η έδραση της Περιφέρειας και άλλων διοικητικών και κρατικών οντοτήτων, όπως διάφορες υπηρεσίες, στρατόπεδα, επιμελητήρια, η σχολή αστυνομίας και το πανεπιστήμιο. Η ύπαρξή τους συνεπάγεται αυτήν εξωτερικών οικονομιών οι οποίες με τη σειρά τους ενισχύουν τη ζήτηση για παροχή υπηρεσιών. Η δεύτερη αιτία εντοπίζεται στη μορφή της ενδοχώρας του νομού Ροδόπης, από τον οποίο απουσιάζουν άλλοι οικισμοί μεγαλύτεροι των 5.000 κατοίκων, ενώ ο συνολικός του πληθυσμός το 2001 προσέγγιζε τις 50.000 άτομα. Κατά συνέπεια στο συγκεκριμένο αστικό κέντρο εξυπηρετούνται ανάγκες για υπηρεσίες πληθυσμού σχεδόν διπλασίου σε σχέση με το μέγεθός του, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο υψηλό ποσοστό απασχόλησης στον τριτογενή τομέα. Στο τελευταίο προστίθεται η κεντρική γεωγραφική του θέση στο νόμο, καθώς και το γεγονός ότι πρόκειται για ακριτική περιοχή.

Το 1978 συστάθηκε η Βιομηχανική Περιοχή Κομοτηνής η οποία εκτείνεται σε επιφάνεια 4.332 στρεμμάτων, από τα οποία 2.847 αποτελούν βιομηχανικά και βιοτεχνικά γήπεδα, και περιλαμβάνει πλήρες οδικό δίκτυο, ύδρευση με ιδιαίτερο υδραγωγείο και δίκτυο αποχέτευσης Τη δεκαετία του 1980 μετατράπηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αντίστοιχες περιοχές της Ελλάδας ως τόπος εργασίας σχεδόν 18.000 ατόμων,ωστόσο υπέπεσε σε βαθιά παρακμή, καθώς πολλοί επενδυτές, αν και έτυχαν μεγάλων επιδοτήσεων, δεν δημιούργησαν βιώσιμες επιχειρήσεις. Το 2012, δεδομένης της Ελληνικής κρίσης χρέους 2010-2012, είχαν απομείνει σε αυτή μερικές δεκάδες εργοστασίων εν λειτουργία, αντανακλώντας τον τοπικό δείκτη ανεργίας, ο οποίος σύμφωνα με το Εργατικό Κέντρο Κομοτηνής ήταν της τάξης του 40%, με έτερες εκτιμήσεις να τον υπολογίζουν στο 24%.

Η Κομοτηνή φημίζεται για τις διάφορες ποικιλίες στραγαλιών (λεμπλιεμπλιά), τα ιδιαίτερα χαρμάνια ελληνικού καφέ και τα παραδοσιακά γλυκά της, όπως μαλεμπί και το σουτζούκ λουκούμ (είδος λουκουμιού). Το σουτζούκ λουκούμ, το οποίο σήμερα θεωρείται αντιπροσωπευτικό τοπικό έδεσμα, παρασκευάστηκε για πρώτη φορά από τον Νεντίμ Μεμέτ σε ένα λουκουμάδικο της πόλης.