Μακεδονικός τάφος Συμβόλων (Κομοτηνή)

Στα βόρεια όρια της χώρας των Μαρωνιτών, 6 χιλ. βόρεια της Κομοτηνής και κοντά στο χωριό Σύμβολα, σώζεται ένας από τους χαρακτηριστικούς τάφους της Θράκης, που ανήκουν στο μακεδονικό τύπο. Αν και βρέθηκε συλημένος, από τα λιγοστά ευρήματα που απέμειναν στο εσωτερικό του προκύπτει, ότι κατασκευάσθηκε κατά την περίοδο της μακεδονικής κυριαρχίας, δηλαδή στο τέλος του 4ου - αρχές 3ου αι. π.Χ. Στην άμεση περιοχή του δεν υπάρχει γνωστός οικισμός, με τον οποίο μπορεί να συνδεθεί, ωστόσο σε απόσταση 1 χιλ. βόρειά του υπάρχει νεκροταφείο ελληνιστικών χρόνων. 

Ο τάφος είναι υπόγειος, κτιστός, και αποτελείται από δρόμο, προθάλαμο και θάλαμο. Καλυπτόταν από χωμάτινο τύμβο, ο οποίος έχει σχεδόν ισοπεδωθεί από τη συνεχή καλλιέργεια του αγρού. Ο προσανατολισμός του τάφου είναι Α-Δ και η είσοδός του βρίσκεται στα δυτικά. Είναι κτισμένος με κιτρινωπό πωρόλιθο, σύμφωνα με το ψευδοϊσόδομο σύστημα τοιχοποιίας. Ο δρόμος του έχει μήκος 10,65 μ. και ύψος 2,10 μ., οι τοίχοι του είναι κτισμένοι με μεγάλες ποταμίσιες κροκάλες από το γειτονικό χείμαρρο και το ανατολικό του τμήμα στεγάζεται με δικλινή στέγη. Τέσσερις εγκάρσιοι τοίχοι εμποδίζουν την πρόσβαση στον τάφο. Ο προθάλαμος έχει διαστάσεις 2 x 1,85 x 2,22 μ. και το δάπεδό του αποτελείται από μικρές κροκάλες, που καλύπτονται με λευκό κονίαμα. Ο θάλαμος έχει διαστάσεις 2,68 x 2,56 x 2,48 μ. και καλύπτεται με εκφορικό θόλο, ενώ το δάπεδό του είναι στρωμένο με πώρινες πλάκες. Οι θύρες του προθάλαμου και του θαλάμου έχουν μαρμάρινες παραστάδες και υπέρθυρα και έκλειναν με μαρμάρινες δίφυλλες πόρτες. Οι τοίχοι εσωτερικά, μέχρι τη γένεση της καμάρας, καλύπτονται με χρωματιστά κονιάματα που μιμούνται ορθομαρμάρωση. Στο θάλαμο υπάρχουν δύο λιθόκτιστες νεκρικές κλίνες τοποθετημένες σε σχήμα Γ, οι ορατές επιφάνειες των οποίων καλύπτονται από ζωγραφιστό κονίαμα. Οι τοίχοι του θαλάμου έφεραν ανάγλυφες διακοσμητικές ταινίες, από τις οποίες σώζονται μόνο ελάχιστα θραύσματα. 

Ο τάφος εντοπίσθηκε το 1976, ύστερα από λαθρανασκαφή, κατά την οποία είχε καταστραφεί τμήμα της θόλου του θαλάμου, τα κονιάματα και η κλίνη. Ανασκαφικές εργασίες έγιναν το 1976 και την περίοδο 1984-1987 και διαπιστώθηκε ότι ο τάφος είχε συληθεί και παλαιότερα. Σήμερα το μνημείο προστατεύεται με περίφραξη και στέγαστρο, ενώ έχει πραγματοποιηθεί συντήρηση των κονιαμάτων και στερέωση των τοίχων του

Μεσαιωνική γέφυρα Κομψάτου ποταμού (Πολύανθος)

Ανάμεσα στον Ίασμο και τον Πολύανθο, 500 μ. περίπου βόρεια από τη σημερινή γέφυρα της επαρχιακής οδού Ξάνθης- Κομοτηνής μέσω Ιάσμου σώζεται λιθόκτιστο γεφύρι. Βρίσκεται στην έξοδο του ποταμού Κομψάτου από τον ορεινό όγκο της Ροδόπης στη θρακική πεδιάδα. Ο ποταμός Κομψάτος ταυτίζεται με τον Κοσσινίτη ποταμό ο οποίος "έστι δε ουτος εν Θράκη δεινώς εκθηριουσθαι. Εκδίδωσι δε ο ποταμός ουτος ες την Αβδηριτών και αναλίσκεται ες την Βιστωνικήν λίμνην. Ενταύθα τοι και τα βασίλεια γενέσθαι ποτε Διομήδους του Θρακός". Στη γύρω περιοχή έχουν εντοπιστεί αρκετές θέσεις με προχριστιανικές και χριστιανικές αρχαιότητες με κύρια το βυζαντινό κάστρο του Πολυάνθου και μια τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική ανάμεσα στο χωρίο Πολύανθο και τη γέφυρα. Το γεφύρι ήταν τρίτοξο με δυο μεσόβαθρα και δυο ακρόβαθρα και κατεύθυνση από Δύση προς Ανατολή. Σήμερα σώζεται το μεσαίο και ανατολικό τόξο και το ανατολικό ακρόβαθρο. Το μεσαίο τόξο ελαφρώς υπερυψωμένο ήταν το μεγαλύτερο. Έχει άνοιγμα 21,80 μ. και ύψος 12 μ. Το ανατολικό έχει άνοιγμα 17 μ. Στα δυο μεσόβαθρα υπάρχουν ανακουφιστικά ανοίγματα με επίπεδη βάση και τοξωτή οροφή. Είναι κτισμένο με πλακαρές πέτρες. Θεωρείται έργο ηπειρωτών μαστόρων. Χρονολογείται στον 17ο - 18ο αι.
 

Μαξιμιανούπολις-Μοσυνούπολις (Μίσχος)

Οι αρχαιολογικές - ανασκαφικές πληροφορίες που έχουμε για την πόλη είναι ελάχιστες. Συγκεκριμένα η πρώτη συστηματική έρευνα έγινε από το Χαράλαμπο Πέννα, που αποκάλυψε τη διετία 1975/76 τμήμα της οχύρωσης. Αποκαλύφθηκε μέρος του νοτιοδυτικού τείχους και τάφοι υστερορωμαϊκών χρόνων. Τα ικανά κατά τόπους σωζόμενα τμήματα της οχύρωσης ανήκουν στην υστερορωμαϊκή - παλαιοχριστιανική εποχή. Μολονότι η περίμετρός της δεν έχει ιχνογραφηθεί, από τα κατά τόπους σωζόμενα τμήματα και από τα εξάρματα του εδάφους διευκρινίστηκε ότι έχει σχήμα ορθογώνιο με συνολικό μήκος 2.500 - 3.000 μ. και ότι το εντός των τειχών τμήμα της πόλης υπολογίζεται σε 400 στρέμματα. Κατά τακτά διαστήματα (50-55 μ.) ενισχύεται από τετράπλευρους στην κάτοψη πύργους. Στην ανατολική πλευρά διαπιστώθηκε η ύπαρξη προτειχίσματος. 

Ανασκαφική έρευνα των τελευταίων ετών που είναι εν εξελίξει αποκάλυψε μεγάλο περίκεντρο ναό με μεταγενέστερες φάσεις που θεωρείται ο επισκοπικός ναός της πόλης.

Παπίκιον όρος (Σώστης)

Η ορθή χωροθέτηση του Παπικίου Όρους στο τμήμα της ελληνικής Ροδόπης, βόρεια της Κομοτηνής, οφείλεται στον Στίλπωνα Κυριακίδη στις αρχές του 20ου αι. Οι πρώτες συστηματικές τοπογραφικές και προανασκαφικές έρευνες που έγιναν τη δεκαετία 1970 από τον Θ. Παπαζώτο επιβεβαίωσαν την ορθότητα της άποψης, ενώ οι ανασκαφικές έρευνες που ακολούθησαν από τον κ. Ν. Ζήκο τη δεκαετία 1980 οι οποίες και συνεχίζονται, αποκάλυψαν σημαντκό αριθμό από τις εκκλησίες του Παπικίου Όρους και πλούτισαν τις γνώσεις μας για την ζωή των μοναχών. Οι ναοί που ανασκάφησαν πλήρως και είναι επισκέψιμοι είναι διάσπαρτοι σε όλη την ορεινή έκταση. Τα ονόματά τους είναι συμβατικά από τους πλησιέστερους οικισμούς, μια και δεν γνωρίζουμε το όνομα του τιμώμενου αγίου. 

1. Ναός Α της Κερασιάς. Βρίσκεται 500 μ. περίπου δυτικά του εγκαταλλειμένου σήμερα οικισμού της Κερασιάς. Είναι μικρός μονόχωρος τρουλαίος ναός με μεγάλη προεξέχουσα ημικυκλική κόγχη και μεταγενέστερο νάρθηκα με πλινθόστρωτο δάπεδο. Η είσοδος, το μαρμάρινο κατώφλι της οποίας σώζεται στη θέση του, ανοίγεται στη δυτική πλευρά. Ο τρούλος στηρίζεται με τη βοήθεια τεσσάρων τόξων και ισαρίθμων σφαιρικών τριγώνων στους περιμετρικούς τοίχους που σχηματίζουν εσωτερικά το σχήμα του σταυρού. Το δάπεδο του σώζεται σχεδόν ακέραιο. Αποτελείται από μεγάλες μαρμάρινες πλάκες που διαιρούνται σε επιμέρους διάχωρα, τα πλαίσια των οποίων κοσμούνται με μαρμαροθετημένες ταινίες. Ένα ακόμη διάχωρο με μαρμαροθέτημα υπάρχει μπροστά από τη θέση της αγίας τράπεζας. Ο κυρίως ναός χωρίζει από το ιερό βήμα με μαρμάρινο τέμπλο, ο στυλοβάτης του οποίου με τα ίχνη έδρασης των πεσσίσκων σώζεται στη θέση του. Ο ναός έφερε τοιχογραφικό διάκοσμο, υπολείμματα του οποίου σώζονται στη βάση του ημικυκλίου της κόγχης. Είναι κτισιμένος με μικρές βουνίσιες πέτρες και κονίαμα, ενώ οι τοίχοι του νάρθηκα παρουσιάζουν πρόχειρη δομή με λασποκονίαμα. Χρονολογείται στον 11ο-12ο αι. 

2. Ναός Β της Κερασιάς. Βρίσκεται 2 χλμ. νοτιοδυτικά της Κερασιάς. Αποτελούσε το καθολικό μονής. Είναι μονόχωρος τρουλαίος ναός και αποτελείται από τον νάρθηκα, τον κυρίως ναό καί την ημικυκλική εσωτερικά, πολυγωνική εξωτερικά, εξέχουσα αψίδα του ιερού βήματος. Ο νάρθηκας είναι πλατύτερος από τον κυρίως ναό και θεωτείται μετεγενέστερος. Στις δύο στενές πλευρές του διαμορφώνονται κτιστές κατσκευές (αρκοσόλια), προορισμένα για ταφική χρήση. Στην εσωτερική πλευρά του δυτικού τοίχου και εκατέρωθεν της εισόδου ανοίγονται δυο μικρές ημικυκλικές κόγχες. Παρόμοιες κόγχες διαμορφώθηκαν σε δυο κτιστούς πεσσούς που προστέθηκαν εκατέρωθεν της εισόδου κατά την ανέγερση του νάρθηκα. Οι κόγχες αυτές διασώζουν τοιχογραφικό διάκοσμο και ερμηνεύονται ως προσκυνητάρια. Τοιχογραφικός διάκοσμος σώζεται και στις υπόλοιπες επιφάνειες του νάρθηκα. Το δάπεδο του ήταν από ασβεστοκονίαμα. Παρόμοιο δάπεδο υπήρχε και στον κυρίως ναό, ενώ ο χώρος του ιερού βήματος ήταν με μαρμάρινες πλάκες. Πάνω στο δάπεδο βρέθηκε η αγία τράπεζα. Από τα διάφορα γλυπτά που βρέθηκαν συμπεραίνεται ότι υπήρχε και εδώ μαρμάρινο τέμπλο. Ο ναός χρονολογείται στον 11ο-12ο αι. 

3. Μοναστηριακό συγκρότημα του Σώστη. Βρίσκεται 3,5 χλμ. βόρεια από τον οικισμό του Σώστη. Πρόκειται για εκτεταμένο μονστηριακό συγκρότημα από το οποίο ανασκάφηκε το καθολικό και τα προσκτίσματα της δυτικής και νότιας πλευράς. Το καθολικό δεσπόζει στο μέσον του συγκροτήματος. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Αποτελείται από τον νάρθηκα, τον κυρίως ναό και τον χώρο του ιερού βήματος με τρεις τρίπλευρες εξωτερικά προεξέχουσε αψίδες. Η είσοδος ανοίγεται στη δυτική πλευρά. Ο νάρθηκας είναι ισοπλατής με τον κυρίως ναό και είχε δάπεδο από πλίνθους. Στη βόρεια πλευρά του βρέθηκε κτιστός κιβωτιόσχημος τάφος. Πιθανόν να ανήκει στον κτήτορα της μονής. Ο κυρίως ναός διαιρείται με δυο κιονοστοιχίες από δυο κίονες, η κάθε μια σε τρία κλίτη με πλατύτερο το μεσαίο. Ολόκληρος ο κυρίως ναός είχε δάπεδο με μαρμαροθέτημα, τμήματα του οποίου διατηρούνται στο μεσαίο και βόρειο κλίτος. Χρονολογείται στον 11ο -14ο αι. με περίοδο ακμής τον 12ο αι. Μαρμάρινο τέμπλο χώριζε τον κυρίως ναό από τον χώρο του ιερού βήματος. Τα μέλη του βρέθηκαν διάσπαρτα σε όλο το καθολικό. Δυτικά του καθολικού βρίσκεται η τράπεζα. Πρόκειται για μια μακρόστενη ξυλόστεγη αίθουσα που καταλήγει ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα. Πιθανότατα ήταν διόρωφη με τον πρώτο όροφο να έχει αποθηκευτική χρήση. Μέσα στην τράπεζα βρέθηκαν αρκετά αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως μαχαιρίδια, κούπες και πινάκια, ενώ ενδιαφέρον εύρημα αποτελεί ένα σκεύος που χρησιμοποιούνταν για άντληση υγρών από πιθάρια (σιφούνι). 

Βόρεια του καθολικού ανασκάφηκε μεγάλη τετράπλευρη κινστέρνα. Μικρά δωμάτια στη βορειοδυτική γωνία του συγκροτήματος μπορούν να χαρακτηρισθούν κελλιά των μοναχών. Η περίοδος λειτουργίας του συγκροτήματος τοποθετείται από τον 11ο αι. μέχρι τον 14ο αι. με περίοδο ακμής τον 12ο αι. Στις αρχές του 13ου αι. υπέστη καταστροφή η τράπεζα του, η οποία αποτεφρώθηκε. 

Μοναστηριακό συγκρότημα Ληνού: Βρίσκεται 6 χλμ. βόρεια του οικισμού Ληνού Ροδόπης. Ανασκάφηκε το καθολικό, η τράπεζα, διάφορα προσκτίσματα και μια μνημειώδης κινστέρνα. Το καθολικό είναι συνδυασμός τρουλαίας βασιλικής και σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού. Αποτελείται από τον εξωνάρθηκα, το νάρθηκα, τον κυρίως ναό και το χώρο του ιερού βήματος. Ο εξωνάρθηκας είναι λίγο πλατύτερος από το υπόλοιπα τμήματα και έχει δάπεδο από πέτρινες πλάκες. Στη βόρεια στενή πλευρά υπάρχει κτιστό αψίδωμα καλυπτόμενο με τόξο και προορίζεται για ταφική χρήση. Ίσως εδώ να ήταν ο τάφος του κτήτορα. Ο νάρθηκας είναι ισοπλατής με τον κυρίως ναό με τον οποίο επικοινωνεί με είσοδο στον άξονα του μεσαίου κλίτους. Το τόξο της εισόδου διακοσμούνταν με ένθρονο Χριστό στη δεξιά πλευρά και παράσταση γυναικείας μορφής με διάδημα στο κεφάλι και μιας παιδικής, ντυμένες με πλούσια κοσμικά ενδύματα στην αντίστοιχη αριστερά. Στον ανατολικό και δυτικό τοίχο του εξέχουν από δυο αντικρυστές παραστάδες που στήριζαν τις τρεις καμάρες που τον κάλυπταν. Το δάπεδό του είναι από μαρμάρινες πλάκες και σώζεται κατά τόπους. Κάτω από το επίπεδο του δαπέδου βρέθηκαν τέσσερις τάφοι. Ο κυρίως ναός είναι μια ορθογώνια αίθουσα που χωρίζεται σε τρία κλίτη με τέσσερις πεσσούς που στήριζαν τρούλο. Στα ανατολικά εξέχουν οι τρεις αψίδες του ιερού βήματος. Οι δύο πλάγιες διαμορφώνονται σε τρίπλευρες εξωτερικά. Ο ναός έφερε μαρμαρμαροθετημένο δάπεδο χωρισμένο σε μεγάλα διάχωρα με ποικίλο διάκοσμο. Στο μεσαίο διάχωρο ξεχωρίζει το γνωστό για το συμβολισμό του θέμα των "πέντε άρτων". Ολόκληρο το καθολικό έφερε τοιχογραφικό διάκοσμο, από τον οποίο διατηρήθηκαν μερικά τμήματα στο κάτω μέρος των τοίχων, ενώ από σπαράγματα αποκαταστάθηκαν πρόσωπα που ανήκουν στον Ευαγγελιστή Μάρκο και τον Ιωάννη Θεολόγο και κοσμούσαν τον τρούλο. Το καθολικό παρουσιάζει τρεις κύριες φάσεις. Στην πρώτη ανήκει ο κυρίως ναό με το χώρο του ιερού βήματος, κτισμένος με αργούς λίθους οι οποίοι καλύπτονταν με γραπτό και εγχάρακτο κονίαμα που μιμούνταν πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας. Σε δεύτερη φάση προστέθηκε ο νάρθηκας και σε τρίτη ο εξωνάρθηκας. Χρονολογείται στον 11ο αι. με διάρκεια ζωής έως και τα μέσα του 14ου αι., ενώ η ποιότητα των τοιχογραφιών του και το μαρμαροθετημένο δάπεδο τον συνδέουν με την τέχνη της Κωνσταντινούπολης. Γύρω από το καθολικό αναπτύχθηκε νεκροταφείο με διαδοχικές ταφές στις ίδιες θήκες. Κτιστοί τάφοι υπάρχουν και στις εξωτερικές πλευρές του κυρίως ναού. Σε έναν από αυτούς βρέθηκε δακτυλίδι-σφραγίδα με την επιγραφή ΜΑΡΗΑC ΒΟΤΩΝΙΑΤΗΝΑ που αποδίδεται στην όμορφη Γεωργιανή πριγκίπισσα Μαρία, χήρα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ' Δούκα (1071-1078) και του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη (1078-1081) και μητέρα του νόμιμου διάδοχου Κωνσταντίνου Δούκα. Έτσι οι δύο κοσμικές μορφές που αποκαλύφθηκαν στο τόξο της εισόδου ταυτίζονται με την ίδια και τον πρόωρα χαμένο γιό της.
 

Αναστασιούπολις - Περιθεώριον (Αμαξάδες)

Ο οχυρωματικός περίβολος της πόλης σώζεται σχεδόν ολόκληρος, καλλυμένος από την πλούσια βλάστηση. Έχει σχήμα ακανόνιστο πολυγωνικό και ενισχύεται σε τακτά διαστήματα από τετράπλευρους και κυκλικούς πύργους στις γωνίες. Οι πύργοι σώζονται σχεδόν ακέραιοι, ενώ μεταπύργια τμήματα είναι πεσμένα εξαιτίας της θεμελίωσης των σε προσχωσιγενές έδαφος. Στη νότια πλευρά βρίσκεται η κύρια πύλη που οδηγούσε στο λιμάνι. Ανοίγεται ανάμεσα σε δυο ισχυρούς πύργους που ενώνονται με λιθόκτιστη καμάρα. Μονογράμματα των Παλαιολόγων, κοσμούν τις επιφάνειες των πύργων και επιβεβαιώνουν την αναφερόμενη από τον Καντακουζηνό εκτεταμένη επισκεύη των τειχών από τον Ανδρόνικο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κεκλιμένος ισχυρός πύργος στο μέσον της ανατολικής πλευράς όπου εντοπίζονται διάφορες φάσεις υπερύψωσης του περιδρόμου.
 

Αρχαία Μαρώνεια (Μαρώνεια)

Οι ανασκαφές άρχισαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και αποκάλυψαν: 
Το θέατρο της πόλης με δύο φάσεις κατασκευής, την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή. 
Ιερό, πιθανόν του Διονύσου, που χρονολογείται στον 4ο π.Χ. αιώνα. 
Μεγάλη κατοικία ελληνιστικής εποχής με ψηφιδωτό δάπεδο. 
Δύο μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα, πιθανότατα δημόσια, ελληνιστικής εποχής. 
Τμήματα της οχύρωσης της κλασικής πόλης. 

Σημαντικότερα μνημεία και αρχιτεκτονικά σύνολα της περιοχής θεωρούνται: 

1) Αρχαίο Θέατρο. 
Κατασκευάσθηκε στην ελληνιστική εποχή, αλλά έχει υποστεί μετασκευές στα ρωμαϊκά χρόνια. Σώζονται τρεις σειρές από το λίθινο κοίλο, ο κεντρικός και ο πεταλόσχημος αγωγός της ορχήστρας και το κτήριο της ρωμαϊκής σκηνής. 

2) Ιερό του Διονύσου. 
΄Εχει αποκαλυφθεί το ιερό του 4ου αιώνα π.Χ. και ο αναλημματικός τοίχος που συγκρατούσε το άνδηρο καθώς και τμήματα δύο κτηρίων βόρεια και νότια του ιερού. 

3) Οικία ψηφιδωτού. 
Μεγάλη κατοικία του τέλους 4ου - αρχών 3ου αιώνα π.Χ. με ψηφιδωτό δάπεδο στον ανδρώνα. 

4) Ρωμαϊκό Πρόπυλο. 
Μνημειακή πύλη που χρονολογείται στην εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού (124-125 μ.Χ.).

Βυζαντινή Μαρώνεια (Μαρώνεια)

Η βυζαντινή Μαρώνεια καταλαμβάνει μικρή έκταση σε σχέση με την αρχαία πόλη. Στην ουσία περιορίστηκε γύρω από το αρχαίο λιμάνι και ορίζεται από δικό της περίβολο. Η περίμετρος των τειχών υπολογίζεται σε 2 χλμ. Η νότια και δυτική πλευρά ακολουθεί την ακτογραμμή, ενώ η ανατολική και βορειοανατολική το ρέμα της Καμπάνας που χρησίμευε ως φυσική τάφρος. Η βόρεια πλευρά ως η πλέον ευάλωτη ενισχύθηκε με προτείχισμα. Κατά μήκος των πλευρών και στις γωνίες υπάρχουν τετράπλευροι πύργοι. Στο κέντρο σχεδόν της βυζαντινής πόλης, στη θέση Παληοχώρα, ανασκάφηκε μια παλαιοχριστιανική βασιλική με μεταγενέστερες φάσεις που παρέχουν τη δυνατότητα παρακολούθησης της μακραίωνης ζωής της πόλης. Από τη βασιλική ανασκάφηκε το αίθριο, ο νάρθηκας και τμήματα των κλιτών. Το αίθριο είναι θεμελιωμένο πάνω σε αρχαιότερα κτίρια που παρείχαν έτοιμα θεμέλια για αυτό και αποκλίνει έντονα από τον κατά μήκος άξονα της βασιλικής. Είναι τρίστωο με είσοδο στη δυτική πλευρά, το μαρμάρινο κατώφλι της οποίας διατηρείται στη θέση του. Έφερε ψηφιδωτά δάπεδα. Κυρίαρχο θέμα είναι τα οκτάγωνα που δένουν μεταξύ τους αλυσιδωτά με κόμβους του Ηρακλή (θέμα γνωστό από την ελληνιστική τέχνη, αλλά σπάνια εμφανιζόμενο στον ελλαδικό χώρο την παλαιοχριστιανική περίοδο) και περιλαμβάνουν πουλιά, καλάθια, αγγεία, φρούτα, λουλούδια, πέλτες, γεωμετρικά θέματα σε πλούσιες παραλλαγές και με ελεύθερη διάταξη. Ορισμένες μεμονωμένες συνθέσεις, όπως δελφίνι με τρίαινα, λαγός με σταφύλι και πουλί που ξεφεύγει από το κλουβί του, είναι σπάνιες ή μοναδικές στα ψηφιδωτά του ελλαδικού χώρου. Οι διαστάσεις της βασιλικής σε συσχετισμό με τη ζωντάνια και την πρωτοτυπία των θεμάτων των ψηφιδωτών, την ποικιλία των χρωμάτων τους και την τελειότητα στην απόδοση των λεπτομερειών, συνηγορούν στην μνημειώδη κατασκευή της. Τα ψηφιδωτά της Παληόχωρας εντάσσονται στο καλλιτεχνικό κλίμα που χαρακτηρίζει πολλά ψηφιδωτά του α΄ μισού του 6ου αι. στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και στη Βόρεια Αφρική. 

Στη βασιλική υπέρκεινται κτίσματα του μεσοβυζαντινού οικισμού ανάμεσα στα οποία ένα ιδιαίτερο κατασκευαστικά και μορφολογικά, τριμερές μέγαρο (κατοικία αξιωματούχου;) και ένα μονόχωρο ναύδριο που εδράζει στο βόρειο κλίτος της βασιλικής και είναι κτισμένο κατ΄ εξοχήν με spolia σε πρώιμο πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Τα μεσοβυζαντινά σπίτια, κτισμένα με πέτρες, άφθονα spolia, πλινθία και λάσπη για συνδετικό υλικό, περιλαμβάνουν αποθηκευτικά πιθάρια, αποθέτες με κεραμική που καλύπτει σχεδόν όλους τους τύπους της μεσοβυζαντινής περιόδου, στάχτες ή όστρεα, εστίες, δεξαμενή, μικρό θολοσκέπαστο φούρνο, έδρανα, κοιλότητες για διάφορες χρήσεις. 

Η μελέτη της κεραμικής και των νομισμάτων που παρουσιάζουν μια αδιάλειπτη συνέχεια από τα χρόνια των Μακεδόνων μέχρι την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα μεσοβυζαντινά κτίρια κατοικούνταν συνεχώς από τον 9ο-10ο αι. ως και τα μέσα του 13ου αι. μ.Χ.